Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

+Κήρυγμα γιά τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων (Ἁγίου Ἰωάννη Μαξίμοβιτς)
Σήμερα ἡ φύση τῶν ὑδάτων καθαγιάζεται. Σήμερα ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ βαπτίζεται στά ὕδατα τοῦ Ἰορδάνη, χωρίς νά ἔχει ἀνάγκη ὁ Ἴδιος νά ἐξαγνιστεῖ, ἀλλά προκειμένου νά ἐξαγνιστεῖ τό ἁμαρτωλο ἀνθρώπινο γένος ἀπό τόν ρύπο.
Σήμερα οἱ οὐρανοί ἀνοίγουν καί ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ Πατέρα ἀκούγεται: «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται πάνω στόν Σωτήρα τοῦ κόσμου, ὁ Ὁποῖος στέκεται στόν Ἰορδάνη γιά νά ἐπιβεβαιώσει ὅτι πράγματι Αὐτός εἶναι ὁ ἐνσαρκωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἁγία Τριάδα εὐκρινῶς φανερώνεται καί ἀποκαλύπτεται στόν κόσμο.
Τά ὕδατα τοῦ Ἰορδάνη καθοσιώνονται καί ταυτόχρονα ὅλα τά ὕδατα τῆς δημιουργίας, ἡ ἴδια ἡ φύση τοῦ ὕδατος. Τό ὕδωρ παρέχει τή δύναμη γιά νά ἐξαγνιστεῖ ὄχι μόνο τό σῶμα, ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου· νά ἀναγεννηθεῖ ὁ ὅλος ἄνθρωπος σέ μιά καινή ζωή μέσω τοῦ Βαπτίσματος.
Μέσω τοῦ ὕδατος ὁλόκληρη ἡ φύση ἐξαγνίζεται· ἀπό τό ὕδωρ ἐξῆλθε ὁ κόσμος· τό ὕδωρ διεισδύει παντοῦ, διαποτίζει τά πετρώματα σέ κάθε μέρος τῆς γῆς ζωοποιώντας τά πάντα στή φύση. Χωρίς αὐτό οὔτε ζῶα οὔτε φυτά μποροῦν νά ὑπάρξουν.
Τά ὕδατα καθαγιάζονται καί μέσω αὐτῶν ὁλόκληρος ὁ κόσμος, σέ προετοιμασία τῆς ἀναγέννησης τῆς μέλλουσας αἰώνιας Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Κάθε χρόνο αὐτή τήν ἡμέρα ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται, ἐπαναλαμβάνοντας καί ἐπιβεβαιώνοντας ὅ,τι ἐπιτελέστηκε κατά τό Βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ.
Ξανά οἱ οὐρανοί ἀνοίγουν, ξανά τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται. Δέν τό βλέπουμε μέ τά σωματικά μας μάτια, ἀλλά αἰσθανόμαστε τήν ἐνέργειά Του.
Κατά τήν τελετή τοῦ Ἁγιασμοῦ, τά ὕδατα, τά ὁποῖα καθαγιάζονται ἀπό τό γεγονός τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μεταμορφώνονται· γίνονται ἄφθαρτα καί διατηροῦν τήν ἐνέργειά τους γιά πολλά χρόνια.
Ὁ καθένας μπορεῖ νά τό ἀντιληφθεῖ αὐτό – πιστοί καί ἄπιστοι, σοφοί καί ἀγράμματοι.
Ἀπό ποῦ, ὅμως, τά ὕδατα ἀποκτοῦν αὐτή τήν ἰδιότητα; Εἶναι ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Ἐκεῖνοι πού μέ πίστη πίνουν αὐτά τά ὕδατα καί χρίονται μ’ αὐτά λαμβάνουν ἀνακούφιση καί θεραπεία ἀπό πνευματικές καί σωματικές ἀρρώστιες.
Οἱ κατοικίες καθαγιάζονται μέσω αὐτῶν τῶν ὑδάτων, ἡ δύναμη τῶν δαιμόνων καταστέλλεται, ἡ θεία Χάρη κατέρχεται σέ ὁ,τιδήποτε ραντίζεται μέ τά ὕδατα αὐτά. Μέσω τῆς καθοσίωσης τῶν ὑδάτων ἡ θεία Χάρη ξανά παρέχεται σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, καθαίροντάς τον ἀπό τίς ἁμαρτίες πού ἔχουμε διαπράξει καί προφυλάσσοντάς τον ἀπό τίς μηχανορραφίες τοῦ διαβόλου.
Σήμερα, τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν κάθοδό Του στά ὕδατα ὅπου βυθίζεται ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου, κατέρχεται σέ ὁλόκληρη τή φύση, ἐκτός ἀπό τόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος δέν τό ἐπιθυμεῖ.
Ἄς ἀνοίξουμε τίς καρδιές μας καί τίς ψυχές μας γιά νά λάβουμε Ἐκεῖνον καί μέ πίστη ἄς ἀναφωνήσουμε ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μας: «Μέγας εἶ Κύριε, καί θαυμαστά τά ἔργα σου, καί οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρός ὕμνον τῶν θαυμασίων σου».
(Ἀπό το βιβλίο: Ὁ Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς, ἐκδ. Μυριόβιβλος, σσ. 285-287)


Ο ΜΕΓΑΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ (5+6/1)
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΟ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ Α) ΑΝ ΦΥΛΑΣΣΕΤΑΙ Ή ΟΧΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ (ΟΧΙ), Β) ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ ΤΗΝ 5η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ Ή ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΗΣ 6ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ (ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ) ΚΑΙ Γ) ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ ΠΙΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΗΣ 5ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ (ΜΟΝΟ ΟΣΟΙ ΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ). Α) Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νά πίνουν ἀπ' αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας; τό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ προβλέπει «ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένον ὕδωρ...) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία· «φυγάδευσον καί ἀπέλασον πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν... καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων»). Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νά ἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα «ἁγιάσματα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ «μικρός» λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν της μέσων. (ΔΗΛΑΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΝ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ» ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ «ΑΠΕΙΛΟΥΝ» ΚΑΤΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΛΕΓΟΝΤΑΣ «ΑΝ ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΩΣΕΤΕ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ, ΘΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΑΛΛΑ ΜΕΣΑ, ΣΑΤΑΝΙΚΑ, ΒΟΥΝΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΤΥΧΟΥΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ». Ή ΕΙΝΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΟ ΟΤΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ «ΞΟΡΚΙΑ, ΜΑΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΜΕΘΟΔΕΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ», ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ. ΕΤΣΙ ΕΞΗΓΕΙΤΑΙ, ΓΙΑΤΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥΣ ΟΛΟΙ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ.) Β) Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ; Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων - ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς - γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦ ὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος...Ἀργότερα ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος και παρέμεινε ἡ συνήθεια οἱ πιστοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ. Νωρίς ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι' αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή. ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία. Γ) …Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς 5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. (ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν κυροῦ Νικοδήμου. Ἀρχικῶς αὐτή δημοσιεύθηκε στά ΔΙΠΤΥΧΑ τοῦ ἔτους 1999 (σσ. οη΄-π΄), πρός ἐνημέρωση τῶν εὐλαβέστατων Ἐφημερίων καί πληροφόρηση τῶν πιστῶν. [(Και οι δύο προορίζονται και "προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον" (δηλαδή και για ραντισμό και για μετάληψη, αλλά επειδή δεν έχουμε νηστέψει την προηγούμενη της παραμονής (4-1), δεν καταναλώνουμε από αυτόν την παραμονή (5-1), -ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΚΟΙΝΩΝΗΣΑΝ-). Ο Μέγας Αγιασμός "τα δευτερεία επέχει των θείων μυστηρίων" (Ευχολόγιον, κωδ. Βατοπαιδίου, 1538), είναι, δηλαδή, το δεύτερο μετά την Θεία Κοινωνία ιερώτατο μυστηριακόν είδος (Ι.Μ.Φουντούλης). Γι αυτό και στον μεγάλο Αγιασμό πρώτα μεταλαμβάνουμε των Αχράντων Μυστηρίων, μετά πίνουμε αγιασμό και μετά τρώμε αντίδωρο, ενώ στον μικρό αγιασμό (της πρωτομηνιάς) πρώτα κοινωνάμε, μετά τρώμε αντίδωρο και μετά πίνουμε αγιασμό. http://www.orthodox-answers.gr/mikros-megalos] ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΟΣΟΙ ΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ ΤΗΝ 5η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΠΙΟΥΝ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ ΚΑΙ ΟΣΟΙ ΠΙΟΥΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΗΝ 6η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΝΗΣΤΕΨΟΥΝ ΤΗΝ 5η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ. ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΔΕΝ ΚΡΑΤΑΜΕ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΙΑΣΜΟ.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Ὁ Μωσαϊκὸς νόμος διέταζε τὴν περιτομὴ τῶν ἀρσενικῶν παιδιῶν (Ἐξοδ. ΙΒ´ 43-49), (Γεν. ΙΖ´ 9-19), ἡ ὁποία γινόταν κατὰ τὴν ὀγδόη ἡμέρα ἀπὸ αὐτὴ τῆς γεννήσεως τοῦ παιδιοῦ (Λευϊτ. ΙΓ´ 3). Ἡ τελετὴ αὐτὴ ἐλάμβανε χώρα μέσα σὲ κτίριο τῆς Συναγωγῆς, τὸ πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων.
Ἔτσι καὶ ἡ περιτομὴ τοῦ βρέφους Ἰησοῦ ἔγινε στὴ Συναγωγὴ τῆς Βηθλεέμ. Ἡ χειροποίητος αὐτὴ περιτομὴ στὸ σῶμα ἦταν τύπος, ποὺ συμβόλιζε τὴν περιτομὴ τῆς καρδιᾶς, ἐνεργούμενης ἀπ᾿ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Θεοῦ (Δευτ. Γ´ 16, Λ´ 6).
Γιὰ τὴν δεύτερη αὐτὴ περιτομή, τὴν ἀχειροποίητο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει: «περιτμηθήκατε καὶ μὲ περιτομὴ πνευματική, ποὺ ἐνεργεῖται ἀπ᾿ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ συνίσταται στὸ γδύσιμο καὶ τὴν ἀποβολὴ τοῦ σώματος, ποὺ δούλεψε στὶς ἁμαρτίες τῆς σάρκας. Τὸ γδύσιμο δὲ αὐτὸ εἶναι ἡ περιτομή, ποὺ πήρατε ἀπὸ τὸν Χριστό, ὅταν θαφτήκατε μαζί Του, διὰ τοῦ Ἅγιου Βαπτίσματος (Κολ. Β´ 11-12).
 Τὸ Βρέφος ὅμως τῆς φάτνης, ἀφοῦ γεννήθηκε μὲ τὸν Παλαιὸ Νόμο, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθεῖ καὶ Αὐτὸ στὸν τύπο, ὁ ὁποῖος εἶχε δικαίωμα νὰ ἰσχύει μέχρι τῆς καταργήσεώς του.
Ὁ Μέγας Βασίλειος
«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας». - Μὲ τὴν φράση αὐτή, τὸ ἀπολυτίκιο, ἀπόλυτα ἐπιτυχημένα, τονίζει τὴν κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Αγίου Βασιλείου, ποὺ μὲ τὴν θεία διδασκαλία του στόλισε μὲ ἀρετὲς τὰ ἤθη καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Μέγας αὐτὸς πατέρας καὶ διδάσκαλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γεννήθηκε τὸ 330 στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, σύμφωνα μὲ τὰ γραφόμενα τοῦ φίλου του, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Τὰ δὲ ἐγκυκλοπαιδικὰ λεξικὰ ἀναφέρουν σὰν πατρίδα τοῦ Μ. Βασιλείου τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας.
Οἱ γονεῖς του Βασίλειος (καὶ αὐτός), ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ Ἐμμέλεια, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἂν καὶ κατὰ κόσμον εὐγενεῖς καὶ πλούσιοι, εἶχαν συγχρόνως καὶ ἀκμαιότατο χριστιανικὸ φρόνημα. Αὐτοὶ μάλιστα ἔθεσαν καὶ τὶς πρῶτες -καθοριστικῆς σημασίας- πνευματικὲς βάσεις τοῦ Ἁγίου. Μὲ ἐφόδιο αὐτὴ τὴν χριστιανικὴ ἀνατροφή, ὁ Βασίλειος ἀρχίζει μία καταπληκτικὴ ἀνοδικὴ πνευματικὴ πορεία. Ἔχοντας τὰ χαρίσματα τῆς εὐστροφίας καὶ τῆς μνήμης, κατακτᾷ σχεδὸν ὅλες τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς του. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, κατακτᾷ τὴν θεία θεωρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ τὴν κάνει ἀμέσως πράξη μὲ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του.
Ἂς ἀναφέρουμε ὅμως, περιληπτικά, τὴν πορεία τῶν δραστηριοτήτων του. Μετὰ τὶς πρῶτες του σπουδὲς στὴν Καισαρεία καὶ κατόπιν στὸ Βυζάντιο, ἐπισκέφθηκε, νεαρὸς ἀκόμα, τὴν Ἀθήνα, ὅπου ἐπὶ τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τὶς σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, ἀστρονομία καὶ ἰατρική, ἔχοντας συμφοιτητές του τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ (τὸν θεολόγο) καὶ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη. Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἐπέστρεψε στὴν Καισάρεια καὶ δίδασκε τὴν ρητορικὴ τέχνη. Ἀποφάσισε ὅμως, νὰ ἀκολουθήσει τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ πῆγε στὰ κέντρα τοῦ ἀσκητισμοῦ, γιὰ νὰ διδαχθεῖ τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας στὴν Αἴγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία καὶ Μεσοποταμία.
Ὅταν ἐπέστρεψε, ἀποσύρθηκε σὲ μία Μονὴ τοῦ Πόντου, ἀφοῦ ἔγινε μοναχός, καὶ ἀσκήθηκε ἐκεῖ μὲ κάθε αὐστηρότητα γιὰ πέντε χρόνια (357-362). Ἤδη τέλεια καταρτισμένος στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο. Ὁ ὑποδειγματικὸς τρόπος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας του δὲν ἀργεῖ νὰ τὸν ἀνεβάσει στὸ θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης, διαδεχόμενος τὸν Εὐσέβιο στὴν ἐπισκοπὴ τῆς Καισαρείας (370).
Μὲ σταθερότητα καὶ γενναῖο φρόνημα, ὡς ἀρχιερέας ἔκανε πολλοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Μὲ τοὺς ὀρθόδοξους λόγους ποὺ συνέγραψε, κατακεραύνωσε τὰ φρονήματα τῶν κακοδόξων. Στοὺς ἀγῶνες του κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἀναδείχτηκε ἀδαμάντινος, οὔτε κολακεῖες βασιλικὲς τοῦ Οὐάλεντα (364-378), ποὺ πῆγε αὐτοπροσώπως στὴν Καισάρεια γιὰ νὰ τὸν μετατρέψει στὸν Ἀρειανισμό, οὔτε οἱ ἀπειλὲς τοῦ Μοδέστου μπόρεσαν νὰ κάμψουν τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Ἁγίου. Ὑπεράσπισε μὲ θάῤῥος τὴν Ὀρθοδοξία, καταπλήσσοντας τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς Ἀρειανούς.
Ἀκόμα, ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς ἠθικῆς σήψεως καὶ ἐπέφερε σοφὲς μεταῤῥυθμίσεις στὸ μοναχισμό. Ἡ δὲ ὑπόλοιπη ποιμαντορικὴ δράση του, ὑπῆρξε ἀπαράμιλλη, κτίζοντας τὴν περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα μὲ εὐαγῆ Ἱδρύματα, ὅπως πτωχοκομεῖο κ.ἄ., ὅπου βρῆκαν τροφὴ καὶ περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ἡλικίας, γένους καὶ φυλῆς.
Νὰ ἀναφέρουμε ἐπίσης ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔργων του, ἔγραψε καὶ Θεία Λειτουργία, πού, μετὰ τὴν ἐπικράτηση αὐτῆς τῆς συντομότερης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τελεῖται 10 φορὲς τὸ χρόνο: τὴν 1η Ἰανουαρίου (ὅπου γιορτάζεται καὶ ἡ μνήμη του), τὶς πρῶτες πέντε Κυριακὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων, τὴν Μ. Πέμπτη καὶ τὸ Μ. Σάββατο.
Στὰ πενήντα του χρόνια ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξαιτίας τῆς ἀσθενικῆς κράσεώς του καὶ τῆς αὐστηρῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του (ὁρισμένες πηγὲς λένε ἀπὸ βαριὰ ἀῤῥώστια τοῦ ἥπατος ἢ τῶν νεφρῶν), τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 379 ἐγκαταλείπει τὸ φθαρτὸ καὶ μάταιο αὐτὸ κόσμο, ἀφήνοντας παρακαταθήκη καὶ Ἱερὴ κληρονομιὰ στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα τεράστιο πνευματικὸ ἔργο.
 http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/01/01.htm

 +Ἐξαγορά τοῦ χρόνου
Ὁ χρόνος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός, ὁ «παλαιός τῶν ἡμερῶν», ὑπῆρχε πρό τοῦ χρόνου, εἶναι ὑπέρ τοῦ χρόνου καί ἀποτελεῖ τόν αἴτιο τοῦ χρόνου.
Ὁ χρόνος εἶναι εὐλογία τοῦ Θεοῦ, διότι ὅταν ἀξιοποιηθεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο ἐξασφαλίζει τη σωτηρία του.
Ὁ χρόνος ἀξιοποιεῖται, ὅταν ἐπιτευχθεῖ μέσα στο χρόνο ἡ βίωση τῆς ζωῆς καί παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Τότε οἱ πράξεις αἰωνοποιοῦνται, γιατί Αἰωνιότητα δέν εἶναι ἡ πέρα ἀπό τό χρόνο ζωή, ἀλλά ἡ μέσα στο χρόνο κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βιώνει καθημερινά την ὀρθόδοξη ἀσκητική καί μετέχει τῆς Μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιτυγχάνει τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, τή θέωση. Τότε γίνεται πρόσωπο, ὑπερβαίνει τό χρόνο καί ζεῖ τό αἰώνιο, τον Ἴδιο τόν Θεό.
Ἡ ὑπέρβαση τοῦ χρόνου ἐπιτυγχάνεται μέ την ἀνάπτυξη ἐπικοινωνιακῆς σχέσης ἀνθρώπου και Θεοῦ, τήν προσευχή.
Ἡ καρδιακή προσευχή σέ συνάρτηση μέ την ἄσκηση καί τή μετοχή στή λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιφέρει τήν ἕνωση μέ τόν Θεό.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καί τῆς ἄσκησης, τῆς λατρείας καί τῆς Μυστηριακῆς μετοχῆς εἶναι ἀπελεύθερος τῶν δεσμῶν τοῦ χρόνου, ἐξαγιάζει το χρόνο καί ἐξαγιάζεται μέσα σ΄ αὐτόν. Ζεῖ στιγμές αἰωνιότητος ἀπό ἐδῶ στή γῆ, ἐμπειρίες μοναδικές, πλήρεις εὐλογιῶν.
Ἡ ὅλη ζωή στή γῆ, μέ τίς ποικίλες ἐκφάνσεις καί δραστηριότητες, ἀπαιτεῖται νά διαδραματίζεται κάτω ἀπό τό πρίσμα τῆς αἰωνιότητας, γιά νά εἶναι σωτήρια. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς στή γῆ ἐξασφαλίζει τον Παράδεισο ἤ τήν Κόλαση.
Ἡ δική μας βιοτή μέ τήν ἐξαγορά τοῦ χρόνου προκαλεῖ ἀνοίγματα πρός τόν Θεό μέ διηνεκεῖς προεκτάσεις, ἐνῶ ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου προξενεῖ τήν αἰώνια καταδίκη μας.
Ἡ ἐπιλογή δική μας.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΛΕΙΔΩΝΙΑΡΗ, Ἐκπαιδευτικός
http://www.imsamou.gr/mag.php?f=0&id=118

https://www.youtube.com/watch?v=IrFii0niGoM&index=14&list=PLVSe3KRn8OaejT__rFIuPMtaQ_0m6tQUo

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

+Η έννοια του χρόνου και ο άνθρωπος. Εισήλθαμε ήδη με τη χάρη του Τριαδικού Θεού στο νέο έτος. Μαζί με τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας για τη νέα χρονιά, γεμίζει αυτές τις ημέρες την ψυχή μας εύλογος προβληματισμός για την έννοια της ροής του χρόνου.Κι αυτό διότι ο χρόνος μαζί με το «δίδυμο αδελφό του τον χώρο», κατά τον αείμνηστο Ιουστίνο Πόποβιτς, αποτελούν τους δύο βαρείς ζυγούς του ανθρώπου σε όλη την επί γης ζωή του, οι οποίοι του περιορίζουν τον διακαή του πόθο για την απολυτότητα.
       Η έννοια του χρόνου είναι μια παμπάλαια μυστηριώδης υπόθεση για τον άνθρωπο. Κανένα άλλο όν δεν έχει την αίσθηση της ροής του χρόνου, πολλώ δε μάλλον δεν έχει την αίσθηση τα της μέτρησής του, εκτός από τον άνθρωπο, ο οποίος μόνος αυτός προικίσθηκε από τον Θεό Δημιουργό με λογική, χάρις στην οποία υπερβαίνει την ενστικτώδη κατάσταση, κοινή σε όλα τα έμβια πλάσματα, και ανάγεται έτσι στη σφαίρα του φιλοσοφικού στοχασμού.
     …Ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας δημιουργίας. Όπως εκείνη, έτσι και αυτός υπόκειται στην κοσμική ροή, την οποία ο ίδιος ονόμασε χρόνο. …
     Οι Εβραίοι, έχοντας ως οδηγό την Παλαιά Διαθήκη, πίστευαν πως ο Θεός είναι ο δημιουργός των πάντων, ακόμα και του χρόνου. Αυτός οδηγεί τον κόσμο μέσω της χρονικότητας προς το σκοπό για τον οποίο τον έπλασε. Ο χρόνος είναι ενταγμένος και αυτός σε αυτή τη σκοπιμότητα. Τίποτε δεν υπάρχει έξω από τη θεία πρόνοια και θέληση. Χρόνος είναι η πορεία του κόσμου στην τελείωσή του.
     Στο Χριστιανισμό ο χρόνος πήρε μια εντελώς διαφορετική θεώρηση. Ενέχει βαθύτατες θεολογικές, ανθρωπολογικές και ηθικές διαστάσεις. Ο χρόνος έχει αρχή και θα έχει και τέλος. Αυτό εκφράζεται ξεκάθαρα από την πρώτη και την τελευταία φράση της Αγίας Γραφής. «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» (Γεν. 1, 1) και «ναι έρχομαι ταχύ» (Αποκ. 22, 20). Ο πρώτος στίχος εκφράζει τη γένεση του χρόνου, ταυτόχρονα με το χώρο και ο δεύτερος δηλώνει το τέλος του, μαζί με το τέλος της σημερινής μορφής του κόσμου. Αυτή είναι μια από τις θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία αντιτίθεται σθεναρά στις διάφορες αντιεπιστημονικές πανθεϊστικές πίστεις, οι οποίες δέχονται το αυθύπαρκτο και την αιωνιότητα του κόσμου.
     Ο λόγος του Θεού τονίζει κατηγορηματικά πως μετά τον τελικό θρίαμβο του Χριστού και τη δεύτερη και ένδοξη παρουσία Του η νοητή ουράνια Ιερουσαλήμ «ου χρείαν (θα) έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης ίνα φαίνωσιν αυτή, η γάρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν, και ο λύχνος αυτής το αρνίον... οι πυλώνες αυτής ου μη κλεισθώσιν ημέρας, νυξ γάρ ουκ έσται εκεί». (Αποκ. 21, 23- 25). Είναι φανερό πως εφ’ όσον υπάρξει η αναδημιουργία της υλικής κτίσεως και η αφθαρτοποίησή της, θα πάψει να υπάρχει και μεταβολή και άρα θα πάψει να υπάρχει και ο χρονικός συσχετισμός.
     Υπάρχει και μια άλλη σημαντική παράμετρος της θεωρήσεως του χρόνου. Αυτός είναι πλέον καθαγιασμένος αφότου ο Θεός Λόγος αποφάσισε να εισέλθει σε αυτόν, να γίνει άνθρωπος και να υποστεί τους χωροχρονικούς περιορισμούς των δημιουργημάτων Του (Ιωάν. 1, 14). Μετά την Ενανθρώπηση του Θεού ο χρόνος και ο χώρος, τα δύο αυτά βασικά ιδιώματα της υλικής κτίσεως, έλαβαν διαφορετικό ρόλο μέσα στην τελεολογική προοπτική.
     Πριν από τη σάρκωση του Θεού ο χωροχρόνος υπηρετούσε το κακό, το οποίο είχε εισέλθει ως μια αφύσικη κατάσταση στη δημιουργία του Θεού. Το πέρασμα των αιώνων της προχριστιανικής εποχής ήταν στην ουσία η διαιώνιση του κακού στον κόσμο. Μετά τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο η έννοια του χρόνου εντάχθηκε στο έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Τώρα ο χρόνος υπηρετεί το θείο έργο της σωτηρίας του κόσμου. Υπηρετεί τη σωτηρία του ανθρώπου. Ο χρόνος δεν είναι απλά μία μηχανιστική πορεία προς το τέλος του κόσμου, αλλά η κάθε χρονική στιγμή είναι πολύτιμη για τη σωτήρια ουρανοδρόμο πορεία του ανθρώπου προς το Θεό. Είναι ένας αδιάκοπος «καιρός ευπρόσδεκτος» και συνεχής «ημέρα σωτηρίας» κατά τον απόστολο Παύλο (β΄ Κορ. 10, 11).
     Ο χρόνος της επίγειας ζωής μας πρέπει να είναι αξιοποιήσιμος στο έπακρο. Κάθε στιγμή χαμένη μπορεί να αποβεί μοιραία για τη μελλοντική μας θέση στην αιωνιότητα. Ο μέγας Απόστολος των εθνών σε άλλο λόγιό του μάς προτρέπει: «νυν γάρ εγγύτερον η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν, η νύξ προέκοψεν η δε ημέρα ήγγικεν» (Ρωμ. 13, 11).
     Ο αιώνιος Θεός θα έλθει ξαφνικά «ως κλέπτης εν νυκτί» (Ματθ. 24, 43, Α΄ Θεσ. 5, 2, Αποκ. 3, 3) και αλίμονο σε όποιον βρεθεί να καθεύδει. Έξω από αυτή τη θεώρηση η έννοια του χρόνου είναι χωρίς νόημα, ανώφελη για τον άνθρωπο και ίσως αρκετά ανιαρή. Ο επίγειος βίος μας, ως προετοιμασία για την ατέρμονη αιωνιότητα δίνει πραγματικό νόημα στη ζωή μας, ορμή και δύναμη να υπερβούμε όλα τα εμπόδια και να πραγματοποιήσουμε τον υψηλό σκοπό μας.Από το περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία Τεύχος 156, Ιανουάριος 2005 Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού http://www.enoriaka.gr/index.php?option=content&task=view&id=1684&Itemid=2


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (ΜΑΡΚΟΣ, α΄, 1-8) [ΟΤΑΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΚΥΡΙΑΚΗ «ΜΕΤΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ» ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ «ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ», ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ» (ΜΑΡΚΟΣ, α΄, 1-8)]
Η ασκητική Ορθοδοξία
Ην δε Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού και εσθίων ακρίδας και μέλι άγριον (Μαρκ. α’,6).
Παρουσιάζοντας η σημερινή ευαγγελική περικοπή το πρόσωπο, το κήρυγμα και το έργο του Ιωάννου του Προδρόμου, του Βαπτιστού του Χριστού, καθώς επίσης και την επίδραση που είχε στον λαό η διδασκαλία του, μας προετοιμάζει για την μεγάλη εορτή των Θεοφανίων. Επίσης, επειδή είναι η πρώτη Κυριακή του νέου χρόνου, μας δίδεται η δυνατότητα να δούμε τον αληθινό χαρακτήρα της Ορθοδοξίας.
Για τον σημερινό εκκοσμικευμένο άνθρωπο η προβολή ενός ασκητού και μάλιστα στην αρχή του χρόνου, που ζούσε στην έρημο και ήταν ενδεδυμένος με δέρμα καμήλου και έτρωγε ακρίδες και μέλι άγριο, αποτελεί ένα πρόβλημα. Ίσως είναι  και μια τρομερή πρόκληση. Λένε ότι ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος μπορεί να παρουσιασθεί σαν πρότυπο ενός ασκητού και μάλιστα ερημίτου, όχι όμως και ενός οικογενειάρχου, που κατοικεί στον κόσμο και αντιμετωπίζει τόσα προβλήματα.
Πραγματικά. Σκεπτόμαστε πολλές φορές, πῶς μπορεί να μιλήσει μια τέτοια μορφή στον σύγχρονο άνθρωπο ή πως μπορεί να εργασθεί αποδοτικά η Ορθοδοξία σε μια κοινωνία, που έχει μάθει να ζει με άνεση, που έμβλημά της έχει την ευζωία και την καλοπέραση;
Πρόδρομος-Χριστός, έρημος-κοινωνία
Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι ο Τίμιος Πρόδρομος προετοίμασε τον δρόμο για την έλευση του Χριστού. Δηλ. υπάρχει μια κοινωνία μεταξύ των δύο αυτών προσώπων. Κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχει μια θαυμάσια σύζευξη, θα μπορούσαμε να πούμε αλληλοπεριχώρηση μεταξύ της ερήμου και της κοινωνίας. Η έρημος, με όλο τον δυναμικό χαρακτήρα, καθαρίζει τον άνθρωπο από τα πάθη, προετοιμάζει τον δρόμο για την έλευση της Βασιλείας του Χριστού, οπότε επανερχόμενος στην φυσική ζωή αποκτά την πραγματική κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους. Κατά τον άγιο Ισαάκ δεν μπορεί ο άνθρωπος να γαληνέψει εσωτερικά, όταν ενεργούν οι αισθήσεις, ούτε τα σωματικά πάθη καταργούνται ή οι πονηροί λογισμοί εκλείπουν «άνευ της ερήμου». Και όταν ειρηνεύσει εσωτερικά, τότε γίνεται ο πιο κοινωνικός άνθρωπος. Με άλλα λόγια η έρημος οδηγεί στον Χριστό και ο Χριστός είναι η έρημός μας.
Το ορθόδοξο ήθος είναι ασκητικό
Έπειτα η ένσταση των σημερινών ανθρώπων, ότι ένας ασκητής δεν μπορεί να μιλήσει στον άνθρωπο που ζει στην κοινωνία, δεν είναι ορθή για δυο βασικούς λόγους. Πρώτον γιατί στην Ορθόδοξη Πατερική διδασκαλία δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ κοσμικού και μοναχικού τρόπου ζωής, ούτε μεταξύ αγάμων και εγγάμων, αλλά μεταξύ ανθρώπων που έχουν το Άγιο Πνεύμα και ανθρώπων που δεν το έχουν. Δεύτερον, γιατί ο τρόπος ζωής, όπως τον περιγράφει η Αγία Γραφή και τον βιώνουν οι  άγιοι, είναι ασκητικός.
Η Αγία Γραφή λέγεται Ευαγγέλιο, που θα πει καλή αγγελία. είναι η μαρτυρία της νέας ζωής. Αυτή δε η νέα ζωή, η απόκτηση της σωτηρίας προϋποθέτει έναν ασκητικό τρόπο ζωής, που πρέπει να βιούται απ’ όλους τους Χριστιανούς, που θέλουν να λάβουν το Άγιο Πνεύμα, είτε είναι έγγαμοι είτε είναι άγαμοι.
Οι παραγγελίες «αγωνίζεσθε εισελθείν διά της στενής πύλης» (Λουκ. ιγ’ 14), «η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’ 12), «νεκρώσατε τα μέλη υμών τα επί της γης» (Κολ. γ’ 5) κλπ. έχουν απόλυτη και καθολική ισχύ, αναφέρονται σε όλους τους Χριστιανούς, ανεξάρτητα του τόπου κατοικίας και του τρόπου ζωής τους. Διότι, όπως η σωτηρία που τελείωσε ο Χριστός προσφέρεται σε όλους τους βαπτισθέντας «εις το όνομα της ζωοποιού και θεαρχικής Τριάδος», έτσι και ο δρόμος της σωτηρίας είναι κοινός για όλους τους Χριστιανούς.
…Οι σύγχρονοι άνθρωποι μαστίζονται κυριολεκτικά από τα τρία πάθη (φιληδονία, φιλαργυρία, φιλοδοξία). Είναι δούλοι των παθών και της φύσεως. Από αυτή την δουλεία, προέρχεται το άγχος και η ανασφάλεια.
Γι’ αυτό ο ασκητικός τρόπος ζωής, που συνιστά το ορθόδοξο ήθος, πρέπει να βιούται από όλους τους Χριστιανούς, για να απαλλαγούν από την κακοδαιμονία.
Οι μοναχικές αρετές είναι κατ’ εξοχήν ευαγγελικές αρετές, πρέπει να βιώνονται από όλους τους Χριστιανούς με μετριωτέρα μορφή και ανάλογη προσαρμογή.
Επομένως η ασκητική μορφή του Ιωάννου του Προδρόμου διδάσκει τον ασκητικό τρόπο ζωής του ορθοδόξου Χριστιανού, διά του οποίου συνδέεται με τον Χριστό και αποκτά την θέωσή του.«Οσμή Γνώσεως» Εκδόσεις Τέρτιος,http://img.pathfinder.gr/clubs/files/74432/1.doc


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

+Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής Μετά την Χριστού Γέννησιν(Πρωτ. Γεώργιος Δορμπαράκης)(+26-12+29-12)

      Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά την Χριστού Γέννησιν, ευρισκόμενο μέσα στην όλη ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, αναφέρεται σε τρία γεγονότα: στη φυγή της αγίας οικογένειας στην Αίγυπτο, κατόπιν προτροπής αγγέλου στον ύπνο του Ιωσήφ, λόγω της δαιμονιώδους οργής του Ηρώδη, στη σφαγή των νηπίων από τον παράφρονα Ηρώδη και στην επάνοδο της αγίας οικογένειας στην Ιουδαία και την εγκατάστασή της στην πόλη της Ναζαρέτ. Η σφαγή των νηπίων ερμηνεύεται και από το συναξάρι της 29ης Δεκεμβρίου…
Το κύριο πρόβλημα που θέτει η σημερινή ημέρα  είναι η εξώφθαλμη αδικία που διαπράχθηκε τότε, γεγονός που οδηγεί στο πάντα επίκαιρο και ουδέποτε αποδεκτό από την ανθρώπινη λογική πρόβλημα της θεοδικίας: γιατί βρέφη και νήπια, πριν καν ξεκινήσουν τη ζωή τους, την έχασαν και μάλιστα με τέτοιο τραγικό τρόπο; Και πού βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού; Πώς ανέχτηκε ο δίκαιος Θεός μία τέτοια αδικία; Δεν φαίνεται έτσι ότι ο Θεός απουσιάζει ή τέλος πάντων είναι κρυμμένος, ενώ παρουσιάζεται ως κυρίαρχος ο δαίμονας με τα όργανά του, τύπου Ηρώδη; Και με βάση τον προβληματισμό για ό,τι άδικο συνέβη τότε, η ανθρώπινη σκέψη ανοίγεται και σε όλη τη διαδρομή του ανθρωπίνου γένους, καταγράφοντας παρόμοια και σκληρότερα ίσως περιστατικά: εξανδραποδισμούς ολόκληρων λαών, πείνες, πολέμους, εξαθλίωση ανθρώπων, ανέχεια, ανεργία, φτώχεια. Σε όλα αυτά το κυρίαρχο ερώτημα είναι το γιατί; Και το πώς ο Θεός ανέχεται τέτοιες καταστάσεις;
Δεν είναι εύκολα ερωτήματα. Δεν μπορεί κανείς χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη λογική να δώσει μία πειστική απάντηση. Πρόκειται για ένα μόνιμο αγκάθι στην ανθρώπινη σκέψη. Γι’ αυτό και το ερώτημα αυτό, το πρόβλημα της θεοδικίας, της δικαιοσύνης του Θεού μέσα σε έναν κόσμο απανθρωπίας και παραλογισμού, είναι ερώτημα που απασχόλησε από παλιά τον άνθρωπο και ασφαλώς θα τον απασχολεί πάντοτε. Την πρώτη από πλευράς θεολογικής αντιμετώπιση του προβλήματος έχουμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο του Ιώβ…
Η απάντηση δηλαδή στο πρόβλημα της θεοδικίας δεν υπάρχει στους ανθρώπινους συλλογισμούς και την ανθρώπινη λογική. Η απάντηση δίνεται στο επίπεδο της πίστεως στον Θεό: έχε εμπιστοσύνη στην αγάπη μου, έστω κι αν δεν την καταλαβαίνεις. Αν κανείς δεν αναχθεί σ’ αυτό το επίπεδο, πάντοτε θα προσκρούει σε αδιέξοδο και στη διαπίστωση του παράλογου της ζωής. Κι αν μεν στην Παλαιά Διαθήκη  η απάντηση δόθηκε στον Ιώβ με αυτόν τον τρόπο, εκεί που έχουμε την πληρότητα της απαντήσεως είναι στην Καινή με τον ερχομό του Χριστού. Στο πρόσωπο του Χριστού, του ενσαρκωμένου Θεού, βλέπουμε ότι οι όποιες δοκιμασίες στη ζωή, οι όποιες θλίψεις, οι όποιες τραγικότητες, συνιστούν δρόμο ζωής που αν κανείς τα αντιμετωπίσει με πίστη και υπακοή στον Θεό, οδηγούν στη Βασιλεία του Θεού. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός είναι η απάντηση: η ζωή Του απαρχής μέχρι τέλος είναι ένα πάθος. Το πάθος του Χριστού δεν σχετίζεται μόνον με τον Σταυρό, αλλά με όλη τη ζωή Του. Κι απόδειξη η σημερινή ημέρα: μόλις γεννάται αντιμετωπίζει τον φονικό θυμό του παράφρονα Ηρώδη. Το ίδιο και στα μετέπειτα χρόνια Του. Ο Σταυρός Του είναι η αποκορύφωση του Πάθους Του. Και τι μας δείχνει; Ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού, στην Ανάσταση, εκτός από το πάθος της ζωής αυτής.
        Κι αυτό γιατί; Διότι δυστυχώς ο κόσμος αυτός ξέπεσε, λόγω της αμαρτίας του ανθρώπου. Ενώ απαρχής τα πράγματα ήταν διαφορετικά, διότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, για να είναι μέτοχος της χαράς Του, ο άνθρωπος με την επανάσταση που κήρυξε κατά του Δημιουργού, με την εμμονή του στην ανυπακοή του προς Εκείνον, έφερε όλα τα δεινά στον κόσμο. Και ο ερχομός του Χριστού ήταν ακριβώς γι’ αυτό: να άρει την αμαρτία του κόσμου και τις συνέπειες της αμαρτίας αυτής, προκειμένου να αποκαταστήσει τον άνθρωπο.
Ο κόσμος όμως αυτός πάντοτε θα είναι και θα παραμένει το πεδίο που θα αναμετράται η πίστη με την απιστία, με το δεδομένο ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες της εδώ ζωής θα έχουν πάντοτε αντίκρισμα στη συνέχειά της, την άλλη ζωή. «Ουκ άξια τα παθήματα της παρούσης ζωής προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν» που σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Αυτά που υφιστάμεθα στη ζωή αυτή, τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τους πόνους, δεν ισοφαρίζουν τη δόξα που θα μας αποκαλυφθεί στη μέλλουσα.
Στη λογική της πίστεως αυτής, με βάση την ίδια τη ζωή του Κυρίου, βρίσκεται και η υμνογραφία της  εορτής. Τα νήπια που σφαγιάστηκαν, δεκατέσσερις χιλιάδες ή απλώς δεκατέσσερα – δεν έχει σημασία ο αριθμός, αν είναι πραγματικός ή συμβολικός – ναι μεν έχασαν τη ζωή τους πριν ακόμη την ξεκινήσουν, όμως την βρήκαν ολοκληρωμένη με τη χάρη του Θεού στους κόλπους του Αβραάμ. Ο Θεός θέλησε, κρίμασιν οις οίδεν Εκείνος, αυτά τα παιδάκια να είναι οι πρώτοι μάρτυρές Του στον κόσμο, η πρώτη προσφορά σ’ Αυτόν, γι’ αυτό και θεωρούνται άγιοι με μεγάλη δύναμη παρρησίας ενώπιόν Του. ..
 Η Εκκλησία μετά των αγίων της, με ό,τι υφίσταται στον κόσμο, θα διατρανώνει πάντοτε την άλλη λογική: μέσα από τα παθήματα του κόσμου τούτου θα αποκαλύπτει  την οδό που εκβάλλει στην πληρότητα της Βασιλείας του Θεού. «Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών».

http://www.synodoiporia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1205:skepseis-sto-evaggelio-tis-kyriakis-27-dekemvriou-meta-tin-xristoy-gennisin&catid=34&Itemid=147
+(26-12) Ἡ φυγὴ στὴν Αἵγυπτο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου
Ὅταν οἱ μάγοι προσκύνησαν τὸ Χριστό, ἀναχώρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους, χωρὶς νὰ περάσουν ἀπὸ τὸ βασιλιὰ Ἡρῴδη. Τότε ἄγγελος Κυρίου φάνηκε σὲ ὄνειρο στὸν Ἰωσὴφ καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάρει τὸ παιδὶ μὲ τὴν μητέρα του καὶ νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Καὶ ἔμειναν ἐκεῖ, μέχρι ποὺ πέθανε ὁ Ἡρῴδης, γιὰ νὰ ἐπαληθευθεῖ ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη διὰ τοῦ προφήτου Ὠσηέ: «Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου» (Ὠσ. ια´ 1). Μετὰ τὴν φυγὴ τοῦ Κυρίου στὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἡρῴδης ἔστειλε στρατιῶτες καὶ θανάτωσαν ὅλα τὰ παιδιὰ ποὺ ἦταν στὴ Βηθλεὲμ καὶ τὰ περίχωρά της, ἀπὸ ἡλικίας δυὸ ἐτῶν καὶ κάτω. Διότι τόσο εἶχε ὑπολογίσει τὴν ἡλικία τοῦ Χριστοῦ, Τὸν ὁποῖο φοβόταν ὅτι θὰ τοῦ ἔπαιρνε τὴν βασιλεία. Ἐπίσης, ἡ φυγὴ τοῦ Κυρίου στὴν Αἴγυπτο, κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, φράσσει καὶ τὰ στόματα τῶν αἱρετικῶν. Διότι ὅπως λέει, ἂν δὲν ἔφευγε ὁ Κύριος καὶ φονευόταν ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη, θὰ εἶχε ἐμποδιστεῖ ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἂν πάλι τὸν συνελάμβαναν καὶ δὲν φονευόταν, θὰ ἔλεγαν πολλοὶ ὅτι δὲ φόρεσε ἀνθρώπινη σάρκα, ἀλλὰ μόνο κατὰ φαντασία. Ἔπειτα, ἡ φυγὴ φανερώνει ἄλλη μία φορά, ὅτι τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ματαιώσει τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ.
+Περί της αειπαρθενίας της Θεοτόκου
Η Ορθόδοξή μας του Χριστού Εκκλησία ευσεβοφρόνως πιστεύει, ότι η καταξιωθείσα για την καθαρότητα και αγιότητά της να προσαγορευθη υπό του Αγγέλου «Κεχαριτωμένη και Ευλογημένη εν γυναιξί», δεν έγινε και νύμφη του Ιωσήφ, άλλ' έμεινε «Αειπάρθενος».
…ο Άγγελος ειπε στον Ιωσήφ σε όνειρο: «Ιωσήφ υιέ Δαυίδ, μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναικά σου κλπ.» και το «Διεγερθείς δε ο Ιωσήφ από του ύπνου εποίησεν ως προσέταξε αυτώ ο Άγγελος Κυρίου και παρέλαβε την γυναίκα αυτού, και ουκ εγίγνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Ματθ. α' 20-25).
…Δια των φράσεων «Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου» και «παρέλαβε την γυναίκα αυτού» δεν πρέπει να νομίζουμε, ότι ο Ιωσήφ έλαβε ως σύζυγο την Θεοτόκο, άλλ' ότι παρέλαβε υπό την προστασία του, διότι βραδύτερον, όταν ο Ηρώδης εζήτει να φονεύσει το παιδίον, δεν θα ήταν δυνατό η Θεοτόκος μόνη, άνευ της προστασίας του Ιωσήφ να προστατεύσει εύκολα αυτό. Διότι είναι κάπως άτοπο και βλάσφημο το συμπέρασμα, να πιστεύουμε ότι κατέβει Άγγελος Κυρίου εκ του ουρανού δια να επιτελέσει συνοικέσια, και μάλιστα εν τω μέσω του υπέρτατου και απορρήτου γεγονότος, της Γεννήσεως του Σωτήρος.
Αλλά, ακόμη, η Μαριάμ και μετά την εμφάνιση του Αγγέλου ονομάζεται εν τη Αγ. Γραφή «μεμνηστευμένη», …«Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίος εκ πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν... απογράψασθε συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω» (Λουκ. β' 4-5).
…Άλλο αποδεικτικό του ότι η Μαριάμ δεν έγινε ποτέ γυναίκα του Ιωσήφ είναι, ότι ουδαμού αναφέρεται ως γυνή του Ιωσήφ, άλλ' ως Μήτηρ του Παιδίου ή Μήτηρ του Ιησού. Βλέπε (Ματθ. β' 11), «Το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού·», (β' 13) «εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού», (β' 14). «Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτός», (β' 20). «Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και ήλθεν εις γήν Ισραήλ». Ουδαμού αναφέρει την γυναίκα αυτού. Εις δε τον (Λουκ. β' 43) διαβάζομε: «Και ουκ έγνω ο Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού» (β' 48)' «Και προς αυτόν η μήτηρ αυτού είπεν» και στο (β' 51), λέγει: «Και η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής». Αλλά και ο Ιωάννης δεν ονομάζει την Μαριάμ γυναίκα του Ιωσήφ, αλλά μητέρα του Ιησού: «Και τη ήμερα τη τρίτη γάμος εγένετο εν Κανά της Γαλιλαίος, και ην η μήτηρ του Ιησού εκεί» (Ιωάν. β' 1) και «υστερήσαντος οίνου λέγει η μήτηρ του Ιησού προς αυτόν», (β' 3) και «Λέγει η μήτηρ αυτού τοις διακόνοις» (β' 5 πρβλ. και Πράξ. β' 14). Αυτή λοιπόν ήταν η πραγματική της ονομασία: Μήτηρ του Παιδίου και Μήτηρ του Ιησού και όχι γυνή του Ιωσήφ, καθ' ότι ουδέποτε υπήρξε σύζυγός του, αλλά μόνον «μνηστή» του, και τούτο για να βρίσκεται υπό προφύλαξη και κηδεμονία.
…ο Ματθαίος ήταν Εβραίος και την Ελληνική γλώσσα την γνώριζε μόνον εμπειρικώς και γι' αυτό το Ευαγγέλιό του βρίθει Εβραϊσμών. Ενώ ο Λουκάς, γνωρίζων καλώς την Ελληνική γλώσσα, τακτοποιεί το ζήτημα και διηγείται ότι, όταν ο Ιωσήφ ανέβει εις Βηθλεέμ να απογραφεί, ανέβει «συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί», (Λουκ. β' 4-5) και όχι συν «τη γυναικί αυτού»…. παρ' ότι ο Ιωσήφ επείσθη δι' οράματος (Ματθ. α' 20) να παίξει τον ρόλο του νομιζόμενου πατρός, «ως ενομίζετο υιός Ιωσήφ» (Λουκ. γ' 23), δεν προκύπτει ταυτοχρόνως, ότι σύναψε γάμο μετά της Μαριάμ ή ότι οπωσδήποτε παρέλαβε αυτήν εις τον οίκο του ως γυναίκα του, διότι ο Λουκάς λέγει, την παραμονή ακόμη της γεννήσεως, ότι ήταν «μεμνηστευμένη τω Ιωσήφ». (Λουκ. β' 5).
Αλλά και όταν επέστρεψε από την Ελισάβετ, μετέβη εις «τον οίκον ΑΥΤΗΣ» και όχι εις τον οίκον ΑΥΤΟΥ. «Έμεινε δε Μαριάμ συν αύτη ωσεί μήνας τρεις και υπέστρεψε εις τον οίκον ΑΥΤΗΣ» (Λουκ. α' 56). Παρ' όλα όμως αυτά υπάρχουν καί τινες των Αγίων Πατέρων πού κηρύττουν, ότι εδόθη παρά του Θεού η Μαριάμ, όχι βεβαίως «εις γάμον άλλ' εις συνοικείν» (Χρυσ. ομιλ. δ' εις τον Ματθ.). …το συνοικώ, εκτός του κατοικώ ομού ή συνδιαιτώμαι, ή συζώ, σημαίνει και το συνδέομαι, είμαι συνδεδεμένος, συγκατοικώ εις οικητήριον μέγα κ.λ.π.
Την είχε λοιπόν υπό την άμεση επίβλεψή του, κηδεμονία του και προστασία του ο Ιωσήφ την Μαριάμ "ΑΝΤΙΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ". Δημήτριος Παναγόπουλος. 1916-1982. "Εδούλευσεν εις το Ευαγγέλιον" (Φιλιπ.β' 22).